Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

NWA ALOE VERA | Sun Care

ALOE VERA | Sun Care   


Φουρίκης Ευστάθιος
Καθημερινή ενημέρωση με ραντεβού και on line μέσω skype - msm. 
Tηλ. επικοινωνίας: free to go 6907 153 773 & whats up 6973 708 645
e-mail: stathis.f@windowslive.com

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
ΤΗΣ ΗΛΙΑΚΗΣ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑΣ

 ALOE VERA  Sun Care

• Πλήρης προσφορά για πρόσωπο και σώμα
• Ενυδάτωση και καταπράυνση για την απόλαυση του μαυρίσματος
• Με 45 % – 75 % αλόη βέρα
• Αξιόπιστο φίλτρο προστασίας UVA/UVB από 10 έως 50
01 | Αντηλιακή λοσιόν LSF 10
• Μικρότερος δείκτης προστασίας από τον
ήλιο με 45 % αλόη βέρα
• Χαρίζει στο δέρμα ενυδάτωση και φρεσκάδα
• Κατάλληλο για σκούρες ή ήδη μαυρισμένες
επιδερμίδες
• Εύκολη και γρήγορη εφαρμογή
200 ml | Κωδ. 10 105

02 | Αντηλιακή κρέμα σε τζελ LSF 20
• Μεσαίος δείκτης προστασίας από τον ήλιο ως
ελαφρύ, λεπτορρευστο τζελ
• Με 45 % αλόη βέρα
• Χαρίζει στο δέρμα ενυδάτωση και φροντίδα
• Κατάλληλο για το πρόσωπο και το σώμα
100 ml | Κωδ. 10 106

03 | Αντηλιακή λοσιόν LSF 30
• Υψηλός δείκτης προστασίας από τον ήλιο με
45 % αλόη βέρα
• Για το πρόσωπο και το σώμα
• Χαρίζει στο δέρμα πολύτιμη ενυδάτωση και
ευχάριστη φροντίδα
100 ml | Κωδ. 10 107

ALOE VERA Sun Care
04 | Αντηλιακή κρέμα LSF 50
• Πολύ υψηλός δείκτης προστασίας από τον ήλιο για ανοιχτόχρωμους τύπους δέρματος και παιδιά
• Με 45 % αλόη βέρα
• Χαρίζει πλούσια ενυδάτωση στο δέρμα
• Εντατική προστασία σύμφωνα με τα αυστραλιανά πρότυπα
75 ml | Κωδ. 10 109

05 | Κρέμα τζελ After Sun
• Ελαφριά, δροσερή κρέμα τζελ με 75 % αλόη βέρα
• Περιέχει εκχύλισμα κάκτου
• Αναπληρώνει τη χαμένη υγρασία του ταλαιπωρημένου δέρματος μετά το μπάνιο
200 ml | Κωδ. 10 108

ΚΕΡΔΊΣΤΕ ΧΡΉΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΕΤ

NWA blue box

 blue box

Φουρίκης Ευστάθιος
Καθημερινή ενημέρωση με ραντεβού και on line μέσω skype - msm. 
Tηλ. επικοινωνίας: free to go 6907 153 773 & whats up 6973 708 645
e-mail: stathis.f@windowslive.com

Το αρωμά μου το δημιουργώ μόνος μου !

bluebox-nwa

Το εργαστήριο μου ...

εργαστήριο bluebox

Τα εργαλεία μου ...

εργαλεία bluebox
 
Ανοίγω το μαγικό κουτί ...
εργαστήριο bluebox
και ξεκινώ την ερευνά μου ...
εργαστήριο bluebox
Όταν έχω το άρωμα που θέλω, πρώτα την φoραώ
και μετά διαλέγω την μορφή της ...
εργαστήριο bluebox
εργαστήριο bluebox
Την κάνω τέλια ...
εργαστήριο bluebox

και γράφω το ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ στην ιστορία !

εργαστήριο bluebox
Διαλέγω το κουτί ...
εργαστήριο bluebox
Και έχω το άρωμα που θέλω
Έτσι όπως τo θέλω!!!
εργαστήριο bluebox
Demo Blue-BOX
blue-box-demo
NWA - blue box


NWA tex4net

tex4net

Φουρίκης Ευστάθιος
Καθημερινή ενημέρωση με ραντεβού και on line μέσω skype - msm. 
Tηλ. επικοινωνίας: free to go 6907 153 773 & whats up 6973 708 645
e-mail: stathis.f@windowslive.com
tex4net-jeans-nwa
jeans
Αρέσουν αυθόρμητα, ταιριάζουν αυθόρμητα!
Πάντα!

Έχετε διάθεση για Jeans;
Σας αρέσει η επικοινωνία;
Θέλετε να κερδίσετε χρήματα;
Ενδιαφέρεστε να κάνετε καριέρα;
 
Τόσο απλά όσο και η κολεξιόν της Spontan - Το σύνθημα
"Όλα όσα χρειάζεται ένα Jean" αποτελεί επίσης το επιχει-
ρηματικό μοντέλο της Tex4net. Θέλετε να προτείνετε και σε
άλλους τα Jeans που έχετε αγοράσει σε πολύ ελκυστική τιμή;
Τότε, π.χ. σε ένα πάρτι με κεφάτους ανθρώπους, μπορείτε να
κερδίσετε χρήματα. Για τις προσωπικές σας επιθυμίες και για
ένα αξιόλογο εισόδημα.
jeans
Αν αυτό δεν σας αρκεί:
 
Θέλετε να πείσετε και άλλους για αυτήν την επιχειρηματική
πρόταση και να συμμετάσχετε στα κέρδη τους;
Είμαστε σε θέση να σας προτείνουμε την ιδανική
συνεργασία βάσει των αναγκών σας και του χρόνου που
θέλετε να αφιερώσετε. Μπορείτε να εργάζεστε και από
το σπίτι. Έχετε τη δυνατότητα να βγάζετε ένα
συμπληρωματικό εισόδημα ή να κάνετε καριέρα.
Εκτός από τα Jeans υπάρχει και όλος ο κόσμος της NWA:
προηγμένα προϊόντα καλλυντικών και φροντίδας,
ξεχωριστά αρώματα, κορυφαία κοσμήματα και αξεσουάρ,
έξυπνα προϊόντα ειδικής διατροφής και πολλά άλλα –
με λίγα λόγια: Προϊόντα που χρειάζονται όλοι και που
μπορεί κάποιος να προσφέρει εύκολα.
 
Απλώς επικοινωνήστε μαζί μας:
 
 
jeans
tex4net-jeans-nwa
 

ΟΛΑ ΟΣΑ
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ
ΕΝΑ JEAN!

 
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΕ ΤΑ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ!
 
Μια καλά σχεδιασμένη κολεξιόν
σε στενή φόρμα
+ κορυφαία εφαρμογή
+ πολύ ωραία σχέδια και κοψίματα
+ εντυπωσιακές λεπτομέρειες,
ελεγμένη ποιότητα
= Spontan καλύτερα Jeans
δεν θα βρείτε!
 
Ανακαλύψτε στις παρακάτω σελίδες την ωραία αισθητική και την χρήση των Jeans που προσφέρουμε. Είτε είστε στο γραφείο είτε στον ελεύθερο χρόνο σας, διαλέξτε σπορ ή
μοδάτη εμφάνιση: Τα Jeans μας ταιριάζουν παντού.
  Φυσικά παρέχεται εγγύηση πρόσθετης παράδοσης και εφαρμογής. Εάν ταιριάζει η ίσια γραμμή, τότε ταιριάζει και το Bootcut. Εάν ταιριάζει το Classic Men, τότε ταιριάζει και το Comfort. Και όλα αυτά σε μια μεγάλη γκάμα μεγεθών.
  Κατασκευάζονται από μία επιχείρηση που έχει διακριθεί για την κοινωνική της ευαισθησία. Με σφραγίδα c -mark, για τη διασφάλιση ποιότητας από αναγνωρισμένο οργανισμό ελέγχου.
 
 

Spontan: αρέσουν αυθόρμητα
ταιριάζουν αυθόρμητα - πάντα!

 
 

bootcut

 
Για να τονίζεται όμορφα η σιλουέτα σας.
Μπορεί να κρύψει αισθητικά έως και δύο κιλά!
 
jeans
 
Εντυπωσιακό σχέδιο, τέλεια εφαρμογή.
Ταιριάζει παντού και πάντα!
»λευκό«
επίσης σε
»μαύρο«

CLASSIC
 
jeans
 
CLASSIC
»μαύρο«
για περισσότερα χρώματα
[ Classic Men ]
»dark blue« επίσης σε μαύρο
Στη δουλειά...
 
jeans
 
στον ελεύθερο
χρόνο...

C O M F O R T

 
[ Comfort ]
»light blue«
επίσης σε
»medium blue«
 
[ Ίσια γραμμή ]
»light blue«
για περισσότερα
χρώματα βλέπε
 
jeans
 
*Ίσια γραμμή*
ΓΙΑ  ΜΟΝΤΕΡΝΑ
ΚΟΡΙΤΣΙΑ
ΠΟΥ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΖΟΥΝ!
 
 
[ ΙΣΙΑ ΓΡΑΜΜΗ ]
»ΛΕΥΚΟ«
επίσης σε
»light blue«
 
jeansΝΕΑΝΙΚΕΣ ΥΠΑΡΞΕΙΣ!
 
ΙΣΙΑ
ΓΡΑΜΜΗ
ΓΙΑ
ΜΑΚΡΙΑ
ΠΟΔΙΑ
ΜΕ
ΤΑΚΟΥΝΙΑ
Ή ΜΠΟΤΕΣ
 
[ Ίσια γραμμή ]
»μαύρο«


 
 
 
jeans

ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ:

 
ΟΛΑ ΤΑ JEANS ΣΕ
ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΤΙΜΗ
 
Ανδρικά σχέδια
 
Κωδικός διαθέσιμο στα παρακάτω χρώματα
 και μεγέθη - ανοιχτό μπλε/light blue , κανονικό μπλε/medium blue , σκούρο μπλε/dark blue , μαύρο/black .
 
 
 
 
 
 
ΕΙΝΑΙ ΓΕΓΟΝΟΣ: Τα Spontan Jeans έχουν
τέτοια φόρμα, ώστε οι διαστάσεις να είναι ίδιες
για κάθε σχέδιο. Εάν ταιριάζει η φόρμα σε ίσια
γραμμή, τότε ταιριάζει και το Bootcut. Εάν
ταιριάζει το Classic, τότε ταιριάζει και το
Comfort!
Αυτή η ειδική εγγύηση φόρμας "unifi t© by
tex4net" διασφαλίζει την τέλεια εφαρμογή στις
μεταγενέστερες παραγγελίες. Προσφέρουμε τη
δυνατότητα αποστολής όλων των σχεδίων μας.
 
 
Τα SPONTAN JEANS κατασκευάζονται
αποκλειστικά για την tex4net σε μια μονάδα
παραγωγής με πιστοποίηση BSCI.
Το BSCI είναι ένας οργανισμός που εποπτεύει
την τήρηση όλων των κοινωνικών ελάχιστων
προδιαγραφών. Κατά κανόνα απαγορεύεται
κάθε μορφή παιδικής εργασίας, τραυματισμοί
ατόμων και καταπατήσεις εργασιακών
δικαιωμάτων. Ο έλεγχος της διασφάλισης
αυτών των προδιαγραφών υλοποιείται τακτικά
από ανεξάρτητες ελεγκτικές αρχές. Για δίκαιες
συνθήκες εργασίας και ευημερία.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Η θεωρία των Ιδεών...

ΠΛΑΤΩΝ

  α. Η θεωρία των Ιδεών
  Θα κατανοήσουμε πιθανόν τη φιλοσοφία του Πλάτωνα κα­λύτερα, αν τον δούμε να εργάζεται πρώτα πρώτα υπό την επίδραση δύο σχετικών κινήτρων. Επιθυμούσε πρώτα από όλα να συνεχίσει το έργο του Σωκράτη εκεί που αναγκάστηκε να το αφήσει ο Σωκράτης, να παγιώσει τη διδασκαλία του δα­σκάλου του και να την υπερασπιστεί κατά των αναπόφευκτων ερωτημάτων. Αλλ’ ως προς αυτό δεν ενεργούσε μόνο από κί­νητρα προσωπικής αγάπης ή σεβασμού. Αυτό ταίριαζε με το δεύτερο κίνητρο του, που ήταν να υπερασπιστεί και να κατα­στήσει άξια υπερασπίσεως την ιδέα της πόλης-κράτους ως μο­νάδας ανεξάρτητης πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Για­τί ο Πλάτων σκέφτηκε ότι αυτός ο ευρύτερος στόχος μπορούσε να εκπληρωθεί επιτυχέστερα, αν αποδεχόταν και ανέπτυσσε την πρόσκληση του Σωκράτη προς τους Σοφιστές.
Η καταδίκη της πόλης-κράτος επισφραγίστηκε με την κατά­κτηση του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου. Αυτοί επιβεβαίω­σαν ότι αυτή η συμπαγής ενότητα ζωής στην αρχαία Ελλάδα θα έπρεπε να υπερκαλυφθεί με την ανάπτυξη μεγάλων βασι­λείων ημιανατολικού τύπου. Αλλά δεν έκαναν κάτι περισσό­τερο από το να ολοκληρώσουν με δραστικό τρόπο μια πορεία παρακμής που βρισκόταν σε εξέλιξη για κάποιο χρονικό διά­στημα. Οι αιτίες βέβαια ήταν ενμέρει πολιτικές. Ήταν οι δια­σπαστικές συνέπειες των ενδοελληνικών πολέμων και το κατα­στροφικό αποτέλεσμα που είχε για την Αθήνα - στην οποία η συνδυασμένη οργάνωση πόλης-κράτους και κοινωνίας είχε δώσει τους καλύτερους καρπούς της - η ήττα και η πιθανή κατάρρευση και οι τυραννίες που ακολούθησαν την ήττα. Τρεφόμενα από αυτές τις δυσαρέσκειες τα κυρίαρχα ρεύματα της φιλοσοφικής σκέψης - που μας απασχολούν αυτή τη στιγ­μή - έπαιξαν το δικό τους ρόλο στην υπονόμευση των παρά δόσεων, των παραδεδομένων συμβάσεων, αν θέλετε, από τις οποίες εξαρτιόταν σε τόσο μεγάλη έκταση η ήπια συνέχιση της ζωής στη μικρή πόλη-κράτος.
Για να εκτιμήσουμε την κατάσταση, θα πρέπει να συνειδη­τοποιήσουμε πόσο απόλυτα ταυτίζονταν το κράτος και η θρη­σκεία του. Δεν ήταν θέμα υποταγής της εκκλησίας*1 στο Κρά­τος. Δεν υπήρχε καν λέξη για την εκκλησία, ούτε υπήρχε κάτι παρόμοιο εκτός του κράτους. Λάτρευαν τους θεούς σε γιορ­τές, που αποτελούσαν κρατική υπόθεση, και η συμμετοχή σε αυτές συνιστούσε τμήμα των τακτικών υποχρεώσεων και δρα­στηριοτήτων ενός πολίτη ως πολίτη. Αν και πολλοί θεοί λα­τρεύονταν στην Αθήνα, προστάτης της πόλης και θεότητα που είχε πιο κοντά στην καρδιά του κάθε Αθηναίος ήταν βέβαια η Αθηνά και η σύμπτωση των ονομάτων (Αθήνα-Αθήναι) έχει σημασία. Θρησκεία και πατριωτισμός ήταν το ίδιο. Ήταν σαν θρησκεία του Βρεταννού να ήταν η λατρεία της Βρεττανίας. Η Ακρόπολη των Αθηνών ήταν ο βράχος της Αθηνάς και τον στεφάνωνε ο ναός της. Οι γιορτές της ήταν οι σπουδαιότερες στο αθηναϊκό ημερολόγιο. Μπορούμε να θυμηθούμε και κάτι που το έχουμε κιόλας αναφέρει, ότι το κύρος του νόμου ρίζω­νε στην παραδοσιακή πίστη για τη θεϊκή του καταγωγή. Οι νόμοι είχαν παραδοθεί στους πρώτους νομοθέτες (όπως οι δέλτοι στον Μωϋσή κατά την εβραϊκή πίστη) από τον Απόλλωνα, που ενεργούσε ως πληρεξούσιος ή προφήτης του Πατέρα όλων των θεών, του Δία. Κάτι παρόμοιο με την προ­σωπική ή ατομική πίστη ήταν άγνωστο στη μεγάλη πλειοψη­φία των πολιτών. Οι αιρέσεις που προσπάθησαν να εισαγά­γουν την ατομική πίστη δεν εξασφάλισαν ποτέ και πολλή επιρροή, όσο η πόλη-κράτος κρατούσε γερά, και στην περί­πτωση που αυτές είχαν κάποια επιτυχία, σαφώς ανέτρεπαν την παραδεδεγμένη τάξη.
Έπεται ότι το να αμφισβητείς την επικρατούσα θρησκεία σήμαινε να αμφισβητείς τη βάση της όλης παραδεδεγμένης τά­ξεως της πολιτείας, και ότι καμιά υπεράσπιση της πόλης-κράτους δεν μπορούσε να είναι επαρκής, αν περιοριζόταν σε ό,τι εμείς θα θεωρούσαμε ως πολιτικό πεδίο. Μια υπεράσπι­ση, με επιχειρήματα, των νόμων και των θεσμών της πρέπει να τους παρέχει κύρος απόλυτο ή υπερβατικό, που δύσκολα θα μπορούσε να διαχωριστεί από μια θεϊστική αντίληψη για τη διακυβέρνηση του Σύμπαντος. Ίσως ήταν αδύνατο να επανα­φέρουν το παλιό ομηρικό πάνθεον με όλη του τη δόξα. Αυτές οι «πάρα πολύ ανθρώπινες» μορφές είχαν πια παρέλθει και, ακόμη και χωρίς τις επιθέσεις των αθεϊστών φιλοσόφων ή των Σοφιστών, δεν μπορούσαν πια χωρίς όρους να συγκρατήσουν την υποταγή μιας έξυπνης και διαρκώς όλο και περισσότερο φωτιζόμενης κοινότητας. Αλλ’ εάν οι θεοί με την παλιά ανθρωπομορφική όψη ήταν όπως και να 'ναι καταδικασμένοι, κάτι πρέπει να μπει στη θέση τους, για να αποκατασταθεί το στοιχείο της τάξης και της διάρκειας, που στο τέλος του 5ου αι. χανόταν γρήγορα και από τη σφαίρα της πράξης και από τη σφαίρα της φύσης.
Στο πεδίο της σκέψης, η επίθεση κατά των παραδοσιακών βάσεων των παραδεδεγμένων θεσμών ήταν τριπλή: από τη φυ­σική φιλοσοφία, από το σοφιστικό κίνημα και από τον μυστι­κισμό. Με τον τρίτο δεν θα ασχοληθούμε και πολύ εδώ, αλλά μπορούμε ευκαιριακά να σημειώσουμε την ύπαρξη ανεξάρτη­των θρησκευτικών διδασκάλων, από τους οποίους σπουδαιό­τεροι ήταν όσοι χρησιμοποιούσαν τα κείμενα που αποδίδον­ταν στον Ορφέα, του οποίου η διδασκαλία ήταν ανατρεπτική κατά το ότι δίδασκε πως η θρησκεία ενός ανθρώπου μπορεί να ενδιαφέρει την ίδια του την ψυχή και όχι τις υποχρεώσεις του προς το Κράτος. Ο κίνδυνος από τη φυσική φιλοσοφία προερχόταν από τη διδασκαλία της ότι οι θεοί δεν μπορούσαν πιθανόν να υπάρχουν με τη μορφή που η πόλη τους είχε κλη­ρονομήσει από τον Όμηρο· και ο σοφιστικός κίνδυνος από την άποψη τους ότι οι νόμοι της πόλης δεν είχαν στο κάτω κάτω θεϊκό κύρος· τους είχε ο άνθρωπος δημιουργήσει και μπορούσαν το ίδιο εύκολα να καταργηθούν.
Αυτά τα ποικίλα ρεύματα της σκέψης είχαν κιόλας τις συνέ­πειες τους για ένα χρονικό διάστημα, όταν ο Πλάτων άρχισε να γράφει. Εφόσον μεταξύ άλλων ήταν και στοχαστής της πο­λιτικής πράξης, που είχε απαρνηθεί μια ενεργητική πολιτική σταδιοδρομία, για να αφιερώσει τη ζωή του μόνο στη θεώρη­ση των πολιτικών ιδεών, ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει μια από τις δυο πορείες. Ή έπρεπε να αναγνωρίσει (μια και σήμερα κατηγορείται πότε πότε γιατί δεν αναγνώρισε) ότι η πόλη-κράτος με όλους της τους θεσμούς και τις πεποιθήσεις ανήκε στο παρελθόν, να συνενωθεί με τις διασπαστικές δυ­νάμεις και, από τα ποικίλα στοιχεία που είχαν επιφέρει την κατάρρευση της, να κτίσει μια νέα κοινωνία και θρησκεία, για να πάρει τη θέση της παλιάς· ή διαφορετικά όφειλε να χρησι­μοποιήσει όλες του τις δυνάμεις να στηρίζει την πόλη-κράτος, ανασκευάζοντας τα επιχειρήματα των αντιπάλων της, όπου του φαίνονταν λανθασμένα, και χρησιμοποιώντας τα μόνο για να δυναμώσει το σκελετό της, όπου ήταν ορθά και πρότειναν κάποιο στοιχείο, η έλλειψη του οποίου αποτελούσε αδυναμία της υπάρχουσας κατάστασης. Όπως και να 'ναι, οι δυο πλευ­ρές, πολιτική και θρησκευτική (ή μεταφυσική), πρέπει να συμ­βαδίσουν. Καμία πραγματική μεταρρύθμιση των θεμελίων της πολιτικής σκέψης δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς αντίστοιχη μεταρρύθμιση των ιδεών των ανθρώπων για την όλη φύση της πραγματικότητας. Όλα αυτά ήταν για τον Πλά­τωνα σαφή, και έρριξε το σύνολο των δυνάμεων του στην πλευρά του ελληνισμού και της πόλης-κράτους. Η συγγραφή της «Πολιτείας» στην ωριμότητα της ζωής του και η επιστρο­φή στο ίδιο αντικείμενο στο τέλος της ζωής του, με τους «Νό­μους», δείχνουν ότι έμεινε πιστός σε όλη του τη ζωή στο ίδιο ιδανικό, το ιδανικό μιας μεταμορφωμένης κοινωνίας βασισμέ­νης στην κάθαρση και ενίσχυση, όχι την κατάργηση, της πό­λης-κράτους. Στην πλατωνική Πολιτεία το άτομο που ανήκει στην άρχουσα τάξη πρέπει να υποταγεί στην κοινή ευημερία με τρόπο που στα μάτια μας μοιάζει υπερβολικά αυστηρός. Η αφαίρεση από αυτούς, τους πιο αξιόλογους πολίτες της πολι­τείας, του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και την οικογενειακή ζωή, η εποπτεία της κοινωνίας πάνω στα παιδιά τους, η κατα­νομή υποχρεώσεων και προνομίων σύμφωνα με ένα σχεδόν αμείλικτο σύστημα κοινωνικών τάξεων - όλα αυτά φαίνονται να μας σοκάρουν. Ένας από τους ακροατές στον ίδιο διάλογο παρακινείται να παρατηρήσει ότι, όσοι στη νέα τάξη πραγμά­των θα γίνουν κύριοι του κράτους δεν φαίνονται να προορί­ζονται για μια ιδιαίτερα ευτυχισμένη ζωή, αφού δεν θα έχουν ούτε σπίτια ούτε κτήματα ή άλλη ιδιοκτησία, αλλά θα ζουν σαν να αποτελούν μια φρουρά από μισθοφόρους - χωρίς καν να παίρνουν μισθό, όπως παρατηρεί ο Σωκράτης, για να κά­μει την κριτική του φίλου του αυστηρότερη απ' ό,τι είναι. Η μόνη απάντηση που δίνεται είναι: «Σκοπός μας, όταν θεμε­λιώναμε την πολιτεία, δεν ήταν να εξασφαλίσουμε την ειδική ευτυχία μιας τάξης, αλλά όσο γίνεται της πόλης ως συνό­λου»*2.
Τα προτεινόμενα μέτρα αποτελούν τη λογική συνέπεια της πόλης-κράτους και ο Πλάτων είδε ότι δεν είχε πιθανότητες να επιβιώσει η πόλη-κράτος, αν δεν έφτανε στη λογική της συνέ­πεια και αν δεν απέβαλε τις ατομικές φαντασιοπληξίες που κατά τις περιστάσεις το μόνο που έκαναν ήταν να δημιουρ­γούν ευκαιρίες για τη λειτουργία των καταστροφικών δυνά­μεων που ήδη δούλευαν μέσα στην πόλη-κράτος. Μόνο αν η πόλη-κράτος διατηρούσε μια ομοιογένεια, ή καλύτερα μια «αρμονία», όπως θα προτιμούσε να το πει ο Πλάτων, βασι­σμένη πάνω στο ότι κάθε πολίτης θα δεχόταν μια θέση ή ένα λειτούργημα σύμφωνο με το χαρακτήρα και τις ικανότητες του μόνο τότε θα μπορούσε να ελπίσει ότι θα σωθεί. Δεν είναι απορίας άξιο το ότι ο άγιος του Πλατωνισμού είναι ο Σωκράτης, που έμενε στη φυλακή αναμένοντας, ενόσω οι φίλοι του σχεδίαζαν τη διαφυγή του, και απάντησε με λέξεις σαν αυτές: «Νομίζεις πως μια πόλη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να αποφύγει την ανατροπή, αν οι δικαστικές αποφάσεις της δεν πρόκειται να έχουν δύναμη, αλλά ο κάθε ιδιώτης μπορεί να τις εκμηδενίσει;»*3
Το πιο πιεστικό ερώτημα προήλθε ακριβώς από τη διδασκα­λία του Σωκράτη. Στην ειλικρινή του προσπάθεια να βελτιώ­σει τους ανθρώπους και να τους πείσει - όπως έλεγε ο ίδιος -να «νοιαστούν για την ψυχή τους»*4, είχε αγωνιστεί ο Σωκράτης να τους κάμει να δουν ότι δεν πρέπει να μένουν ικανο­ποιημένοι με το να σημειώνουν πράξεις αρετής μεμονωμένες -δίκαιες, γενναίες, αγαθές κ.ο.κ. - αλλά θα έπρεπε να κάνουν ό,τι μπορούσαν για να κατανοήσουν και να ορίσουν τη φύση της δικαιοσύνης, της ανδρείας, της καλοσύνης, που βρίσκεται πίσω από τις πράξεις αυτές. Δεν είναι πιθανό η δυσκολία που έχει η προσπάθεια αυτή να προέκυψε από τον Πλάτωνα τον ίδιο. Ήταν αναπόφευκτο ο ειλικρινής ζήλος του Σωκράτη, που - όπως λέει ο Αριστοτέλης - τον ενδιέφεραν αποκλειστικά ηθικά προβλήματα και διόλου η φύση των πραγμάτων στο σύ­νολο της, να έθετε ερωτήματα και να ασκούσε κριτική στα ζωηρά και σκεπτιστικά πνεύματα της σύγχρονης Ελλάδας.
Το πρόβλημα είναι αυτό. Η προτροπή σου, Σωκράτη, περιέ­χει μια ευρεία υπόθεση, την υπόθεση ότι υπάρχει κάτι σαν τη δικαιοσύνη ή την αρετή έξω από τις πράξεις στις οποίες εκδη­λώνονται αυτές. Αλλά πράγματι υπάρχει η απόλυτη δικαιοσύ­νη ή αρετή; Η αλήθεια εναι ότι ορισμένοι άνθρωποι έπραξαν κατά καιρούς ποικίλους και περιστάσεις με τρόπο που τον χα­ρακτηρίζουμε δίκαιο. Αλλά καμιά από αυτές τις μεμονωμένες πράξεις δεν έχει την αξίωση να ταυτιστεί με την τέλεια δικαιο­σύνη, της οποίας ζητούμε τον ορισμό. Όλες τους θεωρούνται απλώς και μόνο ατελείς προσεγγίσεις της δικαιοσύνης. Όμως στο κάτω κάτω, τι μπορούμε να πούμε ότι υφίσταται εκτός από τις επιμέρους δίκαιες πράξεις; Και αν η γενική δικαιοσύ­νη σας δεν υπάρχει, τι θα κερδίσουμε κυνηγώντας αυτό το άπιαστο φως;*5
Ένα δεύτερο αντικείμενο κριτικής ήταν η προτροπή να «φροντίσουμε για την ψυχή» μας και να το πραγματοποιήσου­με ακριβώς με τη μέθοδο των ερωτημάτων προς τον εαυτό μας, πάνω στην οποία επέμενε ο Σωκράτης: γιατί και αυτή η προτροπή ήταν κάτι το εξαιρετικά καινοφανές. Πλείστοι Έλ­ληνες ήταν ρεαλιστές, με τα δυο τους πόδια να πατούν σταθε­ρά στη γη. Η «ψυχή» δεν ήταν κάτι που τους ενδιέφερε και πολύ. Τους αρκούσαν ασαφείς έννοιες, κληρονομημένες από την πρωτόγονη πίστη και καθαγιασμένες με την αποδοχή τους από τον Όμηρο, ότι δηλ. η ψυχή ήταν κάτι σαν πνοή ή ατμός που έδινε ζωή στο σώμα, αλλά με τη σειρά της μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά μόνο χάρη στο σώμα. Με το θά­νατο το σώμα φθειρόταν και η «ψυχή», χωρίς κατοικία πια, καταντούσε ωχρή και σκιερή ύπαρξη, χωρίς νόηση ή δύναμη. Ακόμη και για εκείνους που, μέσω των μυστηρίων, έλπιζαν σε κάτι καλύτερο μετά το θάνατο, αποτελούσε κάτι το νέο και εκπληκτικό η φράση ότι η «ψυχή» ήταν η έδρα των ηθικών και διανοητικών δυνάμεων και πως είχε πολύ μεγαλύτερη σημα­σία απ' ό,τι το σώμα. Για να υποστηρίξει τις καινοφανείς αυτές ιδέες ενώπιον της κριτικής, έπρεπε να συνενώσει τις δυο πλευρές της φιλοσο­φίας με τις οποίες αρχίσαμε, τη μεταφυσική και την ηθική. Γι' αυτή τη δουλειά ήταν ο Πλάτων κατ' εξοχήν κατάλληλος, για­τί - αντίθετα με τον Σωκράτη - ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα προβλήματα καθαυτά τα σχετικά με τη φύση της πραγματικό­τητας, όσο και για τα ηθικά προβλήματα.
Αποκρυσταλλώνοντας την άποψη του για το κύριο ερώτη­μα, τι είναι πραγματικό και τι όχι, ο Πλάτων επηρεάστηκε βαθειά από δυο προηγούμενους διανοητές, των οποίων τις απόψεις μελετήσαμε κιόλας, τον Ηράκλειτο και τον Παρμενί­δη. Οι Ηρακλείτειοι υποστήριζαν ότι τα πάντα στον κόσμο του χώρου και του χρόνου συνεχώς μεταβάλλονταν, «τα πάντα ρεί»*6, κατά τη φράση τους. Ούτε για μια στιγμή δεν σταμα­τούσε η μεταβολή και τίποτα δεν έμενε το ίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη. Συνέπεια αυτής της θεωρίας φαινόταν να είναι ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε αυτόν τον κόσμο, εφό­σον δεν μπορεί κανείς να πει ότι γνωρίζει κάτι που είναι δια­φορετικό ετούτη τη στιγμή απ’ ό,τι ήταν μια στιγμή πριν. Η γνώση απαιτεί την ύπαρξη ενός σταθερού αντικειμένου. Ο Παρμενίδης εξάλλου είχε πει ότι υπάρχει μια παρόμοια στα­θερή πραγματικότητα, που μπορούμε να την ανακαλύψουμε μόνο μέσω της ενέργειας του νου, χωρίς καμιά ανάμειξη των αισθήσεων. Το αντικείμενο της γνώσης πρέπει να είναι αμετά­βλητο και αιώνιο, εκτός χρόνου και μεταβολής, ενώ οι αισθή­σεις μας φέρνουν σε επαφή με ό,τι είναι μεταβλητό και φθαρ­τό.
Αυτούς τους συλλογισμούς μαζί με ένα βαθύ ενδιαφέρον για τα Πυθαγόρεια μαθηματικά, κατεύθυνε ο Πλάτων προς τα ερωτήματα περί ορισμών που ο Σωκράτης είχε θέσει στο ηθικό πεδίο. Γι’ αυτόν δυο πράγματα διακινδυνεύονταν ταυτόχρο­να, όχι μόνο η ύπαρξη απόλυτα ηθικών προτύπων, αυτό δηλ. που αποτελούσε την κληροδοσία του Σωκράτη, αλλά και η όλη δυνατότητα για επιστημονική γνώση, που σύμφωνα με την ηρακλείτεια θεωρία περί κόσμου αποτελούσε χίμαιρα. Ο Πλά­των πίστευε με πάθος και στα δυο και, αφού λοιπόν δεν μπο­ρούσε ποτέ να φαντασθεί να δώσει αρνητική απάντηση, έκαμε το μόνο πράγμα που απέμεινε. Υποστήριξε ότι τα αντικείμενα της γνώσης τα αντικείμενα που θα μπορούσαν να οριστούν, υπήρχαν, αλλά δεν έπρεπε να ταυτιστούν με τίποτε στον αι­σθητό κόσμο. Υπήρχαν σε έναν ιδανικό κόσμο, πέραν χώρου και χρόνου. Είναι οι περίφημες πλατωνικές «Ιδέες»· η ίδια αρχαία ελληνική λέξη «ιδέα» (που σήμαινε μορφή ή πρότυπο) χρησιμοποιείται και στα αγγλικά. Κατά ένα τρόπο λοιπόν η αγγλική λέξη idea αποτελεί την πιο ακατάλληλη απόδοση της πλατωνικής έννοιας, γιατί στα αγγλικά σημαίνει ό,τι υπάρχει μόνο μέσα στο νου μας, ενώ για τον Πλάτωνα μόνο «αι Ιδέαι» έχουν πλήρη και ανεξάρτητη ύπαρξη.
Κατά έναν άλλο τρόπο, εξ άλλου, η αγγλική λέξη «idea»*7 θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε σε τι απέδιδε ο Πλάτων αυτή την τέλεια και ανεξάρτητη ύπαρξη. Λέμε ότι έχουμε μια ιδέα (= αντίληψη, έννοια) για την καλή ποιότητα ή την ισότη­τα, και αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να εννοούμε ό,τι και τότε που μιλάμε για καλό κρασί ή για έναν καλό παίκτη του κρίκετ, για ίσα τρίγωνα και ίσους όρους, αν και φαίνεται ότι λίγα κοινά υπάρχουν μεταξύ κρασιού και παικτών, τριγώνων και όρων. Αν δεν υπάρχει κάποια κοινή σημασιολογική βάση στις περιπτώσεις που το ίδιο επίθετο αποδίδεται σε διαφορε­τικά αντικείμενα, τότε πρέπει να εγκαταλείψουμε την ελπίδα της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, διότι είναι αδύνατη. Αυτή την κοινή βάση ονομάζουμε ιδέα ή έννοια της καλής ποιότητας (= «αγαθού») ή της ισότητας. Πλείστοι άνθρωποι θα αγωνίζονταν γερά για το δικαίωμα τους να εξακολουθή­σουν να χρησιμοποιούν τη λέξη «καλός» και θα υποστηρίξουν ότι έχει μια δικιά της σημασία. Και όμως η χρήση της συνιστά πραγματικό γνωστικό πρόβλημα, και πράγματι ορισμένοι φι­λόσοφοι σήμερα, οπότε οι πλατωνικές απόψεις είναι μάλλον εκτός μόδας στις σχολές μας, έχουν την τάση να αμφισβητούν τη νομιμότητα γενικώς της χρήσεως γενικών όρων. Βέβαια ορισμένοι από μας που τους χρησιμοποιούν δύσκολα θα πουν τι το κοινό υπάρχει μεταξύ α) της σωματικής ικανότητας του παίκτη που στέλνει κατ' ευθείαν την μπάλα στο λάκκο ή δίνει ένα δύσκολο κτύπημα, και β) της γεύσης κάποιου κρασιού. Ο Πλάτων θα υποστήριζε ότι έχουν κάτι κοινό και ότι αυτό θα μπορούσε να εκτιμηθεί με βάση το γεγονός ότι και τα δύο αυ τα (παίκτης και κρασί) μετέχουν στην ιδέα του Αγαθού*8. Έχετε το δικαίωμα να μιλάτε όπως μιλάτε για την ιδέα της ισότητας ή του αγαθού, θα έλεγε, αλλά ακριβώς αυτά τα πράγματα, που απλώς ονομάζετε ιδέες ή έννοιες, είναι που πρέπει να τα θεωρήσουμε ως απόλυτες οντότητες με ύπαρξη ανεξάρτητη από το πνεύμα μας και απρόσιτες στο χρόνο ή σε οποιαδήποτε μεταβολή. Διαφορετικά η γνώση δεν είναι παρά ονειροπόληση με αντικείμενο φανταστικό. Με αυτή την πίστη μπορούμε δικαιολογημένα να συνεχίσουμε να αναζητούμε τον ορισμό του αγαθού και μπορεί κανείς τώρα να κατανοήσει δύο διαφορετικά φαινόμενα του κόσμου μας - ας πούμε, του παίκτη και του κρασιού - όσον αφορά το κοινό τους χαρακτη­ριστικό, την καλή ποιότητα, με το να τα συσχετίσει προς το «αγαθόν» ως κοινό πρότυπο.
Θα πρέπει επομένως να δεχτούμε την ύπαρξη ενός ιδανικού κόσμου που περιέχει τα αιώνια και τέλεια πρωτότυπα του φυ­σικού κόσμου. Ο,τιδήποτε το μισοϋπαρκτό περιέχει ο μετα­βαλλόμενος κόσμος μας, το οφείλει στην ατελή του συμμετοχή στην πλήρη και τέλεια ύπαρξη του άλλου κόσμου. Εφ όσον αυτή είναι μια στάση που περιέχει κάτι που μοιάζει με θρη­σκευτική πίστη, ίσως και με μυστική εμπειρία, και δεν μπορεί να ερμηνευθεί πλήρως με ορθολογικό συλλογισμό (αν και ο Πλάτων θα υποστήριζε πολύ έντονα ότι η λογική επιχειρημα­τολογία αποδεικνύει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυ­τό), ο Πλάτων καταφεύγει στη μεταφορά για να ερμηνεύσει τη σχέση μεταξύ των δύο κόσμων. Ο Αριστοτέλης επέμενε σε αυ­τό το σημείο ως αδυναμία, μα δύσκολα θα μπορούσε να πρά­ξει αλλιώς. Άλλοτε κάνει ο Πλάτων λόγο για τον ιδανικό κό­σμο ως πρότυπο (μοντέλο) του άλλου (= του πραγματικού), που μιμείται τον πρώτο, όσο μπορούν να μιμηθούν τα υλικά όντα, άλλοτε μιλεί για τη συμμετοχή του ενός («μέθεξιν») στην ύπαρξη του άλλου. Η λέξη που προτιμά*9 για να περιγράψει τη σχέση είναι τέτοια που να θυμίζει τη σχέση μεταξύ της ερ­μηνείας ενός ρόλου από τον ηθοποιό και του ρόλου, όπως τον έχει συλλάβει ο συγγραφέας του έργου.
Φτάσαμε στη θεωρία, όπως και ο Πλάτων, μέσω δηλ. του Σωκράτη.
Επομένως συναντήσαμε πρώτα τις Ιδέες των ηθικών και γνωστικών εννοιών. Αλλ' ο Πλάτων διεύρυνε τον κόσμο των Ιδεών ώστε να περιλάβουν όλα τα φυσικά είδη. Εμείς αναγνω­ρίζουμε απλώς τα πραγματικά άλογα ως μέλη ενός είδους, και έχουμε μια έννοια που μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε τον γενικό όρο «ίππος», γιατί στον μη υλικό κόσμο υπάρχει το απόλυτο ιδανικό του «ίππου», στο οποίο ιδανικό μετέχουν απλώς και παροδικά τα επί μέρους άλογα, όσα υπάρχουν στον κόσμο μας.
Όταν ο Σωκράτης στον Φαίδωνα παριστάνεται να λέει: «Σε αυτό προσκολλούμαι απλά και σαφώς και ίσως αφελώς... ότι δηλ. μέσω του ωραίου γίνονται ωραία τα ωραία πράγματα», εννοεί, αν μεταφράσουμε τα λογία του σε πιο σύγχρο­νη ορολογία: «Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε επιστημονικά ένα πράγμα (δηλ. ένα παράδειγμα), αν δεν μπορέσουμε να το συ­σχετίσουμε με την τάξη στην οποία ανήκει, κι αυτό προϋποθέ­τει ότι γνωρίζουμε τη γενική έννοια».
Η τελευταία άποψη είναι τέτοια που πολύς κόσμος σήμερα θα την δεχόταν, αλλά δεν θα συμφωνούσαν με τον Πλάτωνα ότι αυτή η γενική έννοια έχει μια δική της ύπαρξη, ανεξάρτη­τα από τα όντα στα οποία αναφέρεται, ή ότι έχει σταθερό και αμετάβλητο χαρακτήρα, ο οποίος αποτελεί συνέπεια της ανε­ξάρτητης υπάρξεως της. Αν για τον Πλάτωνα ήταν φανερό πως όλα αυτά έπονταν, αυτό αναμφίβολα οφειλόταν σε κά­ποιες δικές του φιλοσοφικές προτιμήσεις. Κατά πρώτο, είχε -όπως και ο Σωκράτης - αυτά τα δύο βασικά πράγματα, πίστη στη δυνατότητα της γνώσης, και πεποίθηση ότι είναι ανάγκη να υπάρχουν απόλυτα ηθικά πρότυπα. Και, μολονότι ίσως μας φαίνεται σήμερα ότι είναι δυνατόν κάποιος να έχει αυτή την πίστη και χωρίς την προϋπόθεση ότι υπάρχουν αιώνια όν­τα έξω από τον κόσμο του χώρου και του χρόνου, αυτό ήταν πολύ πιο δύσκολο να συμβεί στη συγκεκριμένη φάση της ιστο­ρίας της φιλοσοφίας, τότε που ζούσε ο Πλάτων. Αρκεί να σκεφτούμε για μια στιγμή την ως τότε ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας που γνωρίσαμε ως τώρα - την ακατάπαυστη πα­λίρροια του φυσικού κόσμου, όπως τον εννοούσαν οι Ηρα­κλείτειοι, την επιμονή του Παρμενίδη ότι το πραγματικό πρέπει να είναι αιώνιο και ακίνητο. Υπάρχουν πράγματι στη συ­νήθη σκέψη των ημερών μας αντιστοιχίες προς τις Πλατωνικές Ιδέες πολύ μεγαλύτερες απ' ό,τι μπορούμε να σκεφτούμε. Αν προκαλέσουμε όσους έχουν αυτές τις αντίστοιχες ιδέες, ίσως αρνηθούν ότι έχουν κάτι τέτοιο στο νου τους, αλλά στην πρά­ξη ένα εκπληκτικό μέρος από την καθημερινή σκέψη μας συν­τελείται σαν να υπάρχουν πραγματικές και αμετάβλητες οντό­τητες αντίστοιχες προς τις γενικές έννοιες που χρησιμοποιού­με. Στην επιστήμη έχουμε τους Νόμους της Φυσικής. Ο καθέ­νας τους, αν όχι τόσο σήμερα, τουλάχιστον στο πολύ πρόσφα­το παρελθόν, αντιμετωπίζονταν σαν να είχε ύπαρξη ανεξάρ­τητη από τα φαινόμενα στα οποία εκδηλώνεται και που δεν είναι βέβαια ποτέ τελείως ομοιόμορφα, ούτε και επαναλαμβά­νονται στερεότυπα. Όταν προκαλείται ο επιστήμονας, απαν­τά ότι βέβαια οι «νόμοι» αυτοί είναι απλώς πρακτικές διευκο­λύνσεις και τίποτε παραπάνω από χονδρικές προσεγγίσεις της αλήθειας. Αντιπροσωπεύουν μεγάλες πιθανότητες, αλλά τίπο­τε περισσότερο. Παρ’ όλ’ αυτά, εντυπωσιακά κτίσματα επι­στημονικής θεωρίας περιέχουν την αμετάβλητη αλήθεια. Χω­ρίς την πίστη ότι οι ίδιοι νόμοι της φύσης θα ισχύουν αύριο, όπως και σήμερα, η επιστήμη δεν θα έκανε πρόοδο. Κι όμως αποτελούν πίστη και τίποτε παραπάνω, εκτός αν τους αποδώ­σουμε κύρος υπερβατικό και απόλυτο. Τους αντιμετωπίζουμε σαν να είχαν αυτόν τον απόλυτο χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα αρνούμαστε ότι τον έχουν.
Ένα - ακόμα καλύτερο - παράδειγμα αντικειμενικοποίησης, τουλάχιστον στον καθημερινό λόγο, ενός γενικού όρου είναι και το σχολιαζόμενο σε παράρτημα του έργου των Ogden και Richards «The Meaning of Meaning»*11. Έχει γρα­φεί από γιατρό και ως παράδειγμα φέρνει τη χρήση των ονο­μάτων των ποικίλων ασθενειών. Μια λέξη όπως «γρίππη» αποτελεί τέλειο παράδειγμα του πως ένας γενικός όρος καλύ­πτει μια σειρά ιδιαίτερων περιπτώσεων που καμιά τους δεν είναι απολύτως όμοια με τις άλλες. Κι όμως ο κόσμος αναφέ ρεται σε αυτή σαν να είναι κάτι απόλυτο, ένα πράγμα που υπάρχει αυτοδικαίως. Κι αν ακόμα τους έθεταν το θέμα ευ­θέως, πάρα πολλοί τους δεν θα κατάφερναν να δουν ότι το πράγμα δεν έχει παρόμοια αυθυπαρξία. Όμως (έτσι υποστη­ρίζει ο συγγραφέας) με βάση την πείρα μας δεν υπάρχουν ασθένειες, παρά μόνο άρρωστοι, που ούτε δύο τους δεν έχουν απολύτως τα ίδια συμπτώματα. Αυτός ο γενικός όρος δεν αν­τιπροσωπεύει οτιδήποτε πραγματικό που υπάρχει υπεράνω και πέραν των ατομικών περιπτώσεων. Το ζήτημα αυτό έχει πρακτική σημασία, εφόσον η απροβλημάτιστη αντικειμενικο-ποίηση της αρρώστειας μπορεί να οδηγήσει σε μια άκαμπτη και χωρίς φαντασία αντιμετώπιση της εκ μέρους του γιατρού, και κάτι τέτοιο θα είναι κάθε άλλο παρά ευεργετικό για τον ασθενή.
Μπορούμε να πούμε ότι από μια άποψη ανύψωσε στη θέση της φιλοσοφικής θεωρίας και υπερασπίστηκε φιλοσοφικά ό,τι πολλοί από μας στις συζητήσεις μας και στα γραπτά μας ασύνειδα αποδεχόμαστε· δηλαδή την ύπαρξη κάποιου αμετάβλη­του πράγματος αντίστοιχου προς τους γενικούς όρους που χρησιμοποιούμε, πάνω και πέρα από τις ποικίλλουσες ατομι­κές περιπτώσεις, τις οποίες στην πράξη καλύπτει - όλες - ο όρος αυτός. Η διαφορά είναι ότι, ενώ ο κοινός άνθρωπος εξα­κολουθεί να βρίσκεται στην κατάσταση που τον βρήκε ο Σωκράτης, να ρίχνει δηλ. στη συζήτηση ελεύθερα γενικούς όρους, χωρίς να σταματά για λίγο να σκεφτεί αν ξέρει τι ση­μαίνουν αυτοί, ο Πλάτων συνειδητά υποστήριζε ότι αντιστοι­χούν σε μια μεταφυσική πραγματικότητα γιατί σκοπό είχε να οπισθογραφήσει το μάθημα του Σωκράτη ότι ποτέ δεν πρόκει­ται να φτάσουμε πουθενά, αν δεν κάνουμε ακριβώς αυτό - να λάβουμε δηλ. τον κόπο να βρούμε τι ακριβώς σημαίνουν.
Εάν, λοιπόν, υπάρχει ένα τέλειο και άχρονο πρότυπο κό­σμου και εάν, όποια πραγματικότητα και να αποδίδουμε στα φαινόμενα του κόσμου στον οποίο ζούμε, αυτή οφείλεται στο ότι ο κόσμος αυτός συμμετέχει, σε περιορισμένα έκταση, στην πραγματικότητα των υπερβατικών Ειδών (= Ιδεών): πώς και πότε (μπορεί να ρωτήσει κάποιος) γνωρίσαμε αυτά τα αιώνια Είδη, ώστε να μπορούμε όπως και συμβαίνει, να αναφερόμα­στε σε αυτά, για να αναγνωρίσουμε τα όντα που βλέπουμε, ή να αναγνωρίσουμε ότι κάθε ενέργεια, που βλέπουμε να τελεί­ται, συμμετέχει στο «αγαθόν» ή το «καλόν»; Εδώ ο Πλάτων ανέπτυξε και επιβεβαίωσε, κάτω από το φως της θρησκευτι­κής διδασκαλίας των Ορφικών και Πυθαγορείων, μια άλλη πλευρά του Σωκράτη. Είπα ότι μια άλλη σωκρατική προτροπή που χρειαζόταν διεύρυνση και υπεράσπιση ήταν η προτροπή «να φροντίζουμε για την ψυχή μας», και ακριβώς στις θεωρίες των θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων για τη φύση της «-ψυχής» είδε τη γέφυρα μεταξύ του ανθρώπινου νου, του δεμένου με τη γη, και του υπερβατικού κόσμου των Ιδεών. Κατά την κοινή ελληνική πίστη, όπως είπα, όταν πέθαινε το σώμα, η «ψυχή», απλό φάντασμα τώρα πια χωρίς κατοικία, γλιστρούσε («σαν καπνός»*12, όπως το περιέγραψε ο Όμηρος) και γινόταν ωχρή και σκιώδης ύπαρξη χωρίς νου ή δύναμη, γιατί και τα δύο αυτά παρόμοια τα διέθετε η ψυχή μόνον όσο κατοικούσε σε όργανα του σώματος. Ίσως (όπως ο Σωκράτης την ημέρα του θανάτου του κακώς κατηγορεί τους φίλους του ότι πίστευαν) ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο να πεθάνεις, όταν φυσούσε δυνα­τός άνεμος, γιατί μπορούσε να αρπάξει την ψυχή και να την σκορπίσει στα τέσσερα άκρα της γης! Δεν ήταν εκπληκτικό το γεγονός ότι, μέσα στην ατμόσφαιρα τέτοιων πεποιθήσεων, η βεβαίωση του Σωκράτη ότι η «ψυχή» ήταν πολύ σπουδαιότερη από το σώμα, και πως έπρεπε να τη φροντίζουμε σε βάρος του σώματος αντιμετώπισε πολλή δυσπιστία.
Για να υποστηρίξει αυτή την πεποίθηση του δασκάλου του ο Πλάτων επαναβεβαίωσε την αλήθεια της θρησκευτικής δι­δασκαλίας των Πυθαγορείων ότι η ψυχή ανήκει ως εκ της ου­σίας της στον αιώνιο κόσμο και όχι στον παροδικό. Είχε ζήσει πολλές γήινες ζωές, και πριν από αυτές και ανάμεσα τους είχε ρίξει ματιές στην επέκεινα πραγματικότητα. Ο σωματικός θά­νατος δεν αποτελεί για την ψυχή κακό, αλλά μάλλον ανανέω­ση της αληθινής ζωής. Το σώμα παραλληλίζεται και προς φυ­λακή και προς τάφο, από τα οποία η ψυχή λαχταρά να ελευ­θερωθεί, για να πετάξει πίσω στον κόσμο των Ιδεών με τις οποίες συναναστρεφόταν πριν από τη γήινη ζωή της. Η θεω­ρία των Ιδεών στέκεται ή καταπίπτει μαζί με την πίστη στην αθανασία - ή, τουλάχιστον, στην προΰπαρξη - της ψυχής. Ερ­μηνεύει τη μάθηση - την απόκτηση γνώσεως σε τούτον τον κό­σμο - ως διαδικασία αναμνήσεως. Τα πράγματα που αντιλαμ­βανόμαστε γύρω μας δεν θα μπορούσαν να μας εμφυτεύσουν με την πρώτη φορά μια γνώση των εννοιών του γενικού και του τέλειου που πιστεύουμε ότι κατέχουμε. Αλλ’ επειδή είχαμε κιόλας μια άμεση θέα των αληθινών πραγματικοτήτων, είναι δυνατόν οι αδύνατες και ατελείς αντανακλάσεις των πάνω στη γη να μας ξαναθυμίσουν τι είχαμε γνωρίσει κάποτε, αλλά το είχαμε ξεχάσει εξ αιτίας του ότι η ψυχή μας μιάνθηκε από την υλική σαβούρα του σώματος.
Η βασική προϋπόθεση της θεωρίας είναι ότι το ατελές δεν θα μπορούσε ποτέ από μόνο του να μας οδηγήσει στη γνώση του τέλειου. Ούτε δύο πράγματα σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι ακριβώς, μαθηματικώς τα ίδια. Αν λοιπόν έχουμε μέσα στο νου μας μια προσδιοριστή ιδέα της αληθινής σημασίας της λέ­ξης «ίσος», δεν μπορεί να την πήραμε απλώς με την εξέταση και σύγκριση των ράβδων που βλέπουμε ή των ευθειών που σχεδιάζουμε. Αυτές τις φυσικές ομοιότητες πρέπει να τις με­λετήσουμε, αλλά μόνο γιατί μπορούν να βοηθήσουν το νου στην προσπάθεια του να ξαναφέρει πίσω την τέλεια γνώση που είχε κάποτε και που τώρα γι’ αυτό το λόγο κοιμάται μέσα του. Αυτός είναι ο ρόλος των αισθήσεων στην κατάκτηση της γνώσης. Δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτή, αλλ’ αφού κά­θε γνώση που αποκτούμε στον κόσμο τούτο είναι στην πραγ­ματικότητα ανάμνηση, άπαξ και ο φιλόσοφος μπει στο δρόμο του με τη βοήθεια των αισθήσεων, θα αγνοήσει το σώμα όσο γίνεται και θα υποτάξει τις επιθυμίες του, για να ελευθερώσει την ψυχή (δηλαδή, για τον Πλάτωνα, το νου) και θα της επι­τρέψει να υψωθεί πάνω από τον κόσμο των αισθήσεων και να ξαναβρεί την παλιά της γνώση των τέλειων ειδών. Η φιλοσο­φία είναι, σύμφωνα με τα λόγια του Πλατωνικού Σωκράτη, «μελέτη θανάτου»*13, κατά το ότι δουλειά της είναι να ασκή­σει την ψυχή να μένει μόνιμα στον κόσμο των Ιδεών, αντί να καταδικάζεται να ξαναγυρίσει άλλη μια φορά στους περιορι­σμούς ενός θνητού πλαισίου.
Αυτή η άποψη για τη φύση της ψυχής ως έσχατη εξήγηση της δυνατότητας για γνώση, διαπερνά ολόκληρο τον «Φαίδω­να», όπου εκτίθεται και σε μορφή διαλογική αλλά και με τη συμβολική γλώσσα του τελικού μύθου. Σ ε έναν άλλο διάλογο, τον «Μένωνα», γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η θεω­ρία της αναμνήσεως ως επιδεκτική λογικής αποδείξεως, μολο νότι στην αρχή, όταν ο Σωκράτης αναφέρεται σε αυτή ως θεω­ρία υποστηριζόμενη από «τους ιερείς και τις ιέρειες, όσους ενδιαφέρονται να είναι σε θέση να δώσουν λόγο για τις ενέργειες τους»*14, υπονοείται η ενυπάρχουσα σύνδεση φιλο­σοφίας και θρησκείας. Αλλού, εξ άλλου, αυτή η πλευρά του πλατωνισμού συναντάται κυρίως στους μεγάλους μύθους που αποτελούν κάτι σαν τελική πράξη σε τόσους πολλούς διάλο­γους. Μεγαλύτερος όλων είναι ο μύθος του Ηρός στο τέλος της «Πολιτείας», στον οποίο μας δίνει πλήρη εξιστόρηση της όλης ιστορίας της ψυχής, τη σειρά των μετενσαρκώσεων της, τι της συμβαίνει ανάμεσα στις γήινες ζωές της και πώς, όταν τελικά εξαγνιστεί, ξεφεύγει για πάντα από τον τροχό των γεν­νήσεων. Το γεγονός ότι δεν θυμούμαστε τις αλήθειες που εί­δαμε στον άλλο κόσμο παρουσιάζεται στο μύθο στο σημείο που ο Πλάτων λέει ότι οι ψυχές, όταν ετοιμαστούν για να ξα­ναγεννηθούν, αναγκάζονται να πιουν το νερό της Λήθης. Κα­θώς έχουν μόλις πριν οι ψυχές αναγκαστεί να διασχίσουν μια πεδιάδα καψαλισμένη και άνυδρη, αντιμετωπίζουν τον πειρα­σμό να πιουν πολύ νερό και δείχνουν πόσο προχώρησαν στη φιλοσοφία με την αντίσταση που προβάλλουν στον πειρασμό. Όλες όμως πρέπει να πιουν κάποιαν ποσότητα, εκτός αν εί­ναι προορισμένες κιόλας να λυτρωθούν από το σώμα και να συνδεθούν για πάντα με την αλήθεια. Το μοτίβο του νερού της Λήθης συναντάται σε πολλά μέρη του ελληνικού κόσμου, και στο μύθο και στη λατρεία, και αυτό δείχνει πώς ο Πλάτων χρησιμοποιούσε το παραδοσιακό υλικό για τους σκοπούς του. Για το νου του Πλάτωνα δεν ήταν ίσως παρά αλληγορική έκ­φραση της πραγματικής συνέπειας της μολύνσεως του πνεύμα­τος από την παρακωλυτική ύλη του σώματος.
Και πάλι, στον «Φαίδρο», έχουμε τον σαφέστερα αλληγορι­κό μύθο, στον οποίο η σύνθετη φύση της ανθρώπινης ψυχής συμβολίζεται με την παρομοίωση της προς φτερωτό άρμα, στο οποίο ένας άνθρωπος-ηνίοχος, που αντιπροσωπεύει τη λογι­κή, οδηγεί ένα ζεύγος αλόγων, το ένα τους ευγενικό και εκ φύσεως πρόθυμο να υπακούει στον ηνίοχο, το άλλο κακό και απείθαρχο. Αυτά παριστάνουν τη γενναία, ηρωική πλευρά της ανθρώπινης φύσης (περιλαμβάνεται εδώ και η δύναμη της θέλησης), και τις σωματικές ορέξεις αντίστοιχα. Κάποτε πολύ παλιά το άρμα πέρασε γύρω από το άκρο χείλος του Σύμπαντος, απ’ όπου μπορούσε να θεωρεί τις αιώνιες αλήθειες, αλλά η δύση νια βουτιά του κακού αλόγου κατέβασε το άρμα κάτω και το βύθισε στον κόσμο της ύλης και της μεταβολής.
Το γεγονός ότι ο Πλάτων εκθέτει τόσα πολλά με τη μορφή του μύθου δυσκόλεψε πολλούς, ώστε να μην είναι βέβαιοι για το ως ποιο σημείο ο Πλάτων ήθελε να πάρει ο κόσμος στα σοβαρά αυτούς τους μύθους. Ίσως η καλύτερη δυνατή απάν­τηση είναι αυτή που δίνει ο ίδιος στον «Φαίδωνα». Εκεί, όπως είπα, η αθανασία της ψυχής γίνεται θέμα για διαλεκτική από­δειξη και ο διάλογος στη συνέχεια κλείνει με έναν μακρό μύ­θο, στον οποίο με πολλές λεπτομέρειες μας δίνεται η τύχη της ψυχής μετά το θάνατο. Στο τέλος του ο Σωκράτης επιλέγει: «Το να ισχυριστεί βέβαια κανείς πέρα για πέρα ότι αυτά είναι έτσι, όπως εγώ τώρα τα αφηγήθηκα, δεν είναι σωστό για έναν άνθρωπο φρόνιμο. Ότι όμως με τις ψυχές μας και τις κατοι­κίες τους είναι έτσι ή κάπως παρόμοια, εφόσον η ψυχή φαίνε­ται αθάνατη, τούτο νομίζω πως πρέπει και αξίζει να τολμήσει κανείς να πιστέψει πως είναι έτσι».*15
Μπορούμε να δεχτούμε ότι η ύπαρξη των Ιδεών, η αθανα­σία της ψυχής και η άποψη για τη γνώση ως ανάμνηση ήταν όλες φιλοσοφικές θεωρίες που σοβαρά τις υποστηρίζει. Πέρα από το σημείο αυτό, σκέφτηκε ο Πλάτων, ο ανθρώπινος νους δεν μπορούσε να προχωρήσει με τα ιδιαίτερα όργανα της δια­λεκτικής σκέψης. Αλλ' αυτά τα συμπεράσματα καθαυτά χρειάζονταν μια πίστη σε περιοχές της αλήθειας, στις οποίες οι μέθοδοι της διαλεκτικής συλλογιστικής δεν μπορούσαν να μπουν. Η αξία του μύθου είναι ότι μας προσφέρει ένα δρόμο προς αυτές τις περιοχές, που μας τον διάνοιξαν οι ποιητές και άλλοι άνθρωποι με θρησκευτική μεγαλοφυΐα. Λαμβάνουμε υπόψη μας το μύθο, όχι γιατί πιστεύουμε ότι είναι κυριολεκτι­κά αληθινός, αλλά ως μέσο για να παρουσιαστεί μια πιθανή έκθεση αληθειών, που πρέπει να δεχτούμε ότι είναι πάρα πολύ μυστηριώδεις, ώστε να μην επιδέχονται επακριβή ανάπτυξη.
Σε τόσο σύντομες σκέψεις για τον Πλάτωνα σαν αυτές που δίνονται εδώ, ήταν πρόβλημα το να ξέρει κανείς τι να πει και τι να αφήσει έξω. Οποιαδήποτε και να είναι η εκλογή, είναι στην πράξη αδύνατο να αποφύγουμε τη μονόπλευρη παρου­σίαση του ανθρώπου και του πνεύματος του. Μέχρι τώρα προτίμησα να μιλήσω για μια θεμελιώδη του διδασκαλία, όπως είναι η θεωρία των Ιδεών, και να την αφήσω να μας οδηγήσει, όπως και συμβαίνει με φυσικό τρόπο, στην πε­ρισσότερο μεταφυσική και μυστική πλευρά. Εφόσον επιπλέον τα έργα που κατά κανόνα διαβάζονται απ' όσους τρέφουν γε­νικά διαφέροντα για τον Πλάτωνα είναι η «Πολιτεία» και οι «Νόμοι», και σε αυτά η περισσότερη προσοχή στρέφεται πιθα­νόν στις λεπτομέρειες της πολιτικής του θεωρίας, η πορεία μου αυτή είναι ίσως δικαιολογημένη. Είναι ουσιώδες να εν­νοήσουμε το πνεύμα με το οποίο προσέγγισε το στόχο του και, όσον αφορά τουλάχιστον την «Πολιτεία», αποτελεί απαραίτη­τη προϋπόθεση η γνώση όλων των κύριων θεωριών, που δια­γράφηκαν εδώ, και της πνευματικής στάσης που αντιπροσω­πεύουν. Για να μη δώσουν όμως όσα είπα ως τώρα μια εικόνα του Πλάτωνα σαν ανθρώπου που κάθεται με τα μάτια του για πάντα καρφωμένα σε έναν άλλο κόσμο, πρέπει να θυμηθούμε - πριν διακόψουμε - το αίσθημα του καθήκοντος το οποίο εναποτυπώνει π.χ. στην αλληγορία του Σπηλαίου, στην «Πο­λιτεία». Ο φιλόσοφος που κατάφερε να αφήσει το παιχνίδι με τις σκιές στη σπηλιά της γήινης ζωής για να πάει στον πραγ­ματικό κόσμο έξω στο ηλιόφως, όπως λέει, αναπόφευκτα θα παρακινηθεί να γυρίσει και να πει στους προηγούμενους συν­τρόφους της φυλακής για την αλήθεια που έμαθε. Τέτοιοι άν­θρωποι πράγματι πρέπει να αποτελέσουν την άρχουσα τάξη της Πλατωνικής Πολιτείας. «Αν η πολιτική δύναμη και η φι­λοσοφία δεν συμπέσουν, δεν θα υπάρξει τέλος των κακών».*16 Για να κυβερνήσουν επαρκώς οι κυβερνήτες της πρέπει να φτάσουν σε μια σοφία σχεδόν θεϊκή, γιατί αν είναι να κατευ­θύνουν το Κράτος προς το αγαθό, θα πρέπει να ξέρουν την αλήθεια και όχι απλώς τη σκιά της. Δηλαδή πρέπει να ξανα δρουν τη γνώση της τέλειας Ιδέας, της οποίας κάθε καλή πρά­ξη επί γης δεν είναι παρά ωχρή, ασταθής αντανάκλαση. Γι’ αυτό και πρέπει να υποστούν μακρά και αυστηρή παίδευση, πριν κριθούν άξιοι να κυβερνήσουν. Μια προκαταρκτική παι­δεία μέχρι την ηλικία των δεκαεπτά ή δεκαοκτώ ετών που θα πρέπει να την ακολουθήσει τριετής εξάσκηση σωματική και στρατιωτική. Ακολουθούν τότε δέκα χρόνια προχωρημένων μαθηματικών, που οδηγούν σε πέντε ακόμα χρόνια σπουδών στους ανώτερους κλάδους της φιλοσοφίας. Σε κάθε στάδιο υπάρχει κάποιος επιλεκτικός περιορισμός και αυτοί που τελι­κά επιλέγονται είναι έτοιμοι για τα κατώτερα αξιώματα στην ηλικία των τριάντα πέντε ετών. Η πολιτική εξουσία θα αποτε­λεί τότε για τους φιλόσοφους αυτούς βάρος μάλλον παρά πει­ρασμό, αλλά θα το επωμιστούν για χάρη του κοινού καλού. Είναι κι αυτό μια άλλη ένδειξη ότι η άρχουσα τάξη στο πλα­τωνικό κράτος δεν θα είναι με κανένα τρόπο η τυχερότερη, μολονότι χάρη στο διαφωτισμό της θα είναι, κατά την άποψη του Πλάτωνα, η περισσότερο ευτυχισμένη.*17

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ





 
 



Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Στην αυγή της νέας χιλιετίας της νέας τάξης πραγμάτων , της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης και του υπερκαταναλωτισμού ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί με τον εσωτερικό του εαυτό του και τις πνευματικές του ανάγκες. Ο άνθρωπος όμως, όπως φαίνεται και από την ετυμολογία της λέξης (άνω θρώσκω-βλέπω προς τα πάνω) είναι εκτός από υλικό και πνευματικό όν.
Η πλειοψηφία της σύγχρονης επιστήμης αντιλαμβάνεται το σύμπαν σαν μία καλοκουρδισμένη μηχανή που λειτουργεί με βάση κάποιους κανόνες, και σαν ένα συνονθύλευμα από άψυχα βασικά δομικά στοιχεία. Για τους αρχαίους πολιτισμούς ο κόσμος και η Γη μας είναι ένας ζωντανός οργανισμός και έχει εκτός της υλικής και πνευματική υπόσταση. Όπως στο ανθρώπινο σώμα οι κινήσεις προέρχονται από την ψυχή που σκέπτεται και από την θέληση που ενεργεί έτσι και στα μάτια της αρχαίας επιστήμης η ορατή τάξη του σύμπαντος ήταν η αντανάκλαση μιας αόρατης τάξης, των κοσμογονικών δηλαδή και πνευματικών μονάδων, βασιλείων και ειδών, που με συνεχή πορεία μέσα στην ύλη προκαλούν την εξέλίξη της ζωής.
Δεν συμπέραινε την διάνοια από την ύλη, αλλά την ύλη από την διάνοια Δεν γεννούσε το σύμπαν από τον τυφλό χορό των ατόμων , γεννούσε τα άτομα από τους παλμούς της παγκόσμιας ψυχής. Με μία λέξη προχωρούσε κατά κύκλους ομόκεντρους από το παγκόσμιο στο επιμέρους, από το αόρατο στο ορατό, από το καθαρό πνεύμα στην οργανωμένη υπόσταση, από τον Θεό στον άνθρωπο. Αυτό που μας συμβαίνει σήμερα όπως λέει ο Ν. Λώρενς, είναι ότι αιμορραγούμε από τις ρίζες, γιατί έχουμε αποκοπεί από την Γη, τον Ήλιο, και τα αστέρια, και η αγάπη είναι υποκρισία, γιατί άμοιρο μπουμπούκι, την ξεριζώσαμε από τον μίσχο της στο δένδρο της ζωής και περιμένουμε να εξακολουθήσει να ανθίζει στο πολιτισμένο βάζο μας..

Σε κάθε αρχαίο πολιτισμό υπήρχε ένα εσωτερικό σύστημα γνώσης του κόσμου που μας περιβάλει και των φυσικών δυνάμεων, αλλά και της ίδιας της ανθρώπινης φύσης μας που ονομαζόταν Σοφία. Οι άνθρωποι που ασχολούνταν με την κατάκτηση της ονομάζονταν Σοφοί, και αργότερα από τον Πυθαγόρα Φιλόσοφοι. Ο Πυθαγόρας ονόμαζε φιλόσοφο, αυτόν που γνώριζε τις λειτουργίες τόσο της υλικής όσο και της πνευματικής φύσεως, και δίδασκε στους μαθητές του να γνωρίζουν πραγματικά τις αλήθειες αυτές. Η Φιλοσοφία δεν ήταν -και δεν είναι- μια θεωρητική προσέγγιση του κόσμου, αλλά και ένας τρόπος ζωής.

Οι Αρχαίοι ημών πρόγονοι δεν ήταν οι μόνοι που στοχάστηκαν πάνω σε θέματα κοσμογονίας θεολογίας και φυσιολογίας., αλλά αντιθέτως επηρεάστηκαν από διάφορους λαούς και κουλτούρες. "Σε ολόκληρη την ιστορία, τίποτε δεν είναι πιο εκπληκτικό ή τόσο δύσκολο να περιγραφεί όσο η αιφνίδια άνοδος του πολιτισμού στη Ελλάδα. Πολλά απ' όσα δημιουργούν τον πολιτισμό υπήρχαν ήδη επί χιλιάδες χρόνια στην Αίγυπτο και στη Μεσσοποταμία, και είχαν απλωθεί από εκεί στις γειτονικές χώρες. Αλλά ορισμένα στοιχεία έλειπαν, ωσότου τα προμήθευσαν οι Έλληνες. Το τι απετέλεσαν στην τέχνη και τη λογοτεχνία είναι γνωστό στον καθένα, αλλά ό,τι έχουν πραγματοποιήσει στον καθαρά διανοητικό τομέα είναι ακόμη εξαιρετικότερο" (Bertrand Russel, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας) .Οι Έλληνες ατένισαν το σύμπαν με απροκαταληψία, και με μία φοβερή συνδυαστική ικανότητα, που αφορούσε όλα τα βασικά ζητήματα της Φιλοσοφίας, και τα έθεσαν με χαρακτηριστική για το Ελληνικό πνεύμα καθαρότητα. Δημιούργησαν τις βασικές έννοιες της φιλοσοφίας και της φυσικής επιστήμης και έτσι επηρέασαν καταλυτικά όλη την κατοπινή Ευρωπαϊκή και παγκόσμια επιστήμη.

Το μεγαλείο των Ελλήνων φιλοσόφων- ανάμεσα στα άλλα- είναι ότι πρόβαλαν την απόκτηση της γνώσης ως το υπέρτατο αγαθό, και δεν παρέμεινε αυτή προνόμιο της ιερατικής τάξης.. Η αποκάλυψη της γνώσης βέβαια σύμφωνα με τον Πλάτωνα δεν είναι εύκολη. Πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας- ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ - η επιγραφή του μαντείου των Δελφών. Η γνώση του εαυτού μας και της σχέσης μας με το κόσμο που μας περιβάλλει σύμφωνα με τον Σωκράτη, αποτελεί την ευτυχία της ζωής και την αφετηρία της Φιλοσοφίας. Η γνώση αυτή μας λέει ο Πλάτωνας, δεν είναι κάτι που μπορεί να περιγραφεί με λόγια όπως οι άλλες επιστήμες. Χρειάζεται μακρά μελέτη του θέματος και διάπλαση του εαυτού με αυτήν. Τότε, είναι σαν μία σπίθα να ξεπηδά και να ανάβει ένα φως που από εκεί και μετά είναι ικανό να αυτοσυντηρείται.

Στον Φαίδωνα εξάλλου μας αποκαλύπτει, ότι το μονοπάτι της κατακτήσεως της αλήθειας οδηγεί τόσο στον δρόμο της αγάπης, όσο και στον δρόμο του θανάτου. Είναι πιθανόν λέει ,οι άνθρωποι να μην αντιλαμβάνονται ότι όλοι όσοι προσφεύγουν στην ενασχόληση με την φιλοσοφία, εκπαιδεύονται για ένα πράγμα μόνο - τον θάνατο. Εννοεί βέβαια τον θάνατο της αμάθειας και του εγωισμού, και την αναγέννηση ενός νέου πνευματικού ανθρώπου. Η γνώση της αλήθειας είναι το υπέρτατο αγαθό.
Η λέξη Αλήθεια (άνευ -Λήθης) σημαίνει να μην ξεχνούμε. Η Λήθη αυτή σχετίζεται με την άγνοια της θείας μας προελεύσεως και του τελικού μας σκοπού, που είναι η επάνοδος στην θεϊκή μονάδα. Η κατανόηση του θείου πεδίου με το οποίο ο κάθε ένας από εμάς συνδέεται, είναι ο αληθινός τελικός σκοπός της ενσαρκώσεως μας. Σοφία είναι να νικήσουμε τον εαυτό μας, ενώ άγνοια να νικηθούμε από αυτόν μας λέει ο Σωκράτης.

Για τον φιλόσοφο ο σκοπός της ζωής είναι η απόκτηση πείρας, μια συνεχή τελειοποίηση του πνεύματος.. Ο Πατέρας και η πηγή του Νου είναι το Αγαθό, το Ένα. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος φθάσει στους κόλπους του Πατρός, τότε είναι περιβεβλημένος από την θεία αρετή. Εκείνοι που αντιλαμβάνονται τις υψηλότερες διδασκαλίες, είναι επίσης ικανοί να συλλάβουν και τις απλούστερες, εκείνοι όμως οι οποίοι εκ φύσεως μόνο τις κοινές διδασκαλίες αντιλαμβάνονται , είναι ανίκανοι να νοήσουν τις ευγενέστερες. Το ίδιο ισχύει και για τις αρετές. Εκείνος που κατακτά τις ανώτερες κατέχει και τις απλούστερες, όποιος όμως είναι κάτοχος μόνο των απλούστερων δεν δύναται να αποκτήσει τις σπουδαιότερες..


Όλες οι επιστήμες, η γλώσσα μας, το πολίτευμα μας , τα πάντα που εμείς απολαμβάνουμε σήμερα προέρχονται από την Αρχαία Ελλάδα. Στην εποχή μας είναι γεγονός ότι η φιλοσοφία δεν είναι απαραίτητη στην επιστήμη (τεχνολογία).Ο λόγος είναι ότι η εξειδίκευση είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την καλύτερη απόδοση των υπαλλήλων στις σύγχρονες κοινωνίες.


Το ερώτημα όμως είναι αυτή η μονόπλευρη ανάπτυξη του πνεύματος είναι αρκετή;
Ίσως το ζητούμενο στην νέα εποχή να είναι ακριβώς αυτό, η παθητικότητα των κοινωνιών , η δημιουργία συνεχών καταναλωτικών αναγκών κλπ. Η γνώση είναι δύναμη , και όπως είναι γνωστό η εξουσία θέλει να ελέγχει την δύναμη. Η κοινή λογική εξάλλου λέει, ότι κανένας τσοπάνης δεν διατηρεί το κοπάδι του προς όφελος του κοπαδιού, αλλά προς ίδιον όφελος.. Το πνευματικό σκόρπισμα που επέφερε η πολυδιάσπαση της επιστήμης, η εξειδίκευση των επιστημών μίκρυνε τους πνευματικούς ορίζοντες του ανθρώπου. Η γνώση που λαμβάνει σήμερα ο άνθρωπος περιορίζεται στο γνωστικό του αντικείμενο. Η φιλοσοφία διευρύνει το πνεύμα γιατί παρατηρεί και προσπαθεί να εξηγήσει την φύση και τους νόμους που την διέπουν, εξασφαλίζοντας έτσι μια συνολικότερη εικόνα για τον κόσμο.


Ταυτόχρονα όμως η φιλοσοφία προχωρά πέρα από την ορατή πλευρά των πραγμάτων. Ο Πλάτωνας το περιγράφει περίφημα στον μύθο της σπηλιάς , όπου με λίγα λόγια περιγράφει αλυσοδεμένη την ανθρωπότητα να ζει σε μία σκοτεινή σπηλιά, στο μέσο της οποίας καίει μία φωτιά. Οι άνθρωποι είναι αλυσοδεμένοι με τέτοιο τρόπο, ώστε το μόνο που μπορούν να δουν είναι οι σκιές των πραγμάτων και των εαυτών τους, στους τοίχους της σπηλιάς. Εάν κάποιος μπορούσε να σκαρφαλώσει στην σπηλιά και να αντικρίσει το αληθινό φως του ήλιου, αφενός τα μάτια του δεν θα άντεχαν το φως και αφετέρου εάν επέστρεφε πίσω στην σπηλιά και περιέγραφε στους υπολοίπους ότι ο κόσμος των σκιών δεν είναι ο πραγματικός κόσμος θα κινδύνευε να χλευαστεί ..…

Η άνοδος από την υλιστική κατάσταση των σκιών είναι δύσκολη έως ότου δούμε το αληθινό φως.. Στις μεταφυσικές του ανησυχίες, ο άνθρωπος, στην αρχή, δίνει απλές απαντήσεις, ενώ λατρεύει και φοβάται ό,τι δεν κατανοεί και δεν είναι σε θέση να ελέγξει. Λατρεύει τυπικά τον προσωπικό του θεό με τον τρόπο που του παρέχει η θρησκεία και του ορίζει η κοινωνία. Αργότερα, κάτω από την πίεση της υπερφυσικής του εμπειρίας και από μια έφεση για όλο και βαθύτερη διείσδυση στον εσωτερικό του κόσμο, αναζητά τη μεταφυσική γνώση και τελικά τη λύτρωση από τον τροχό των επαναγεννήσεων και των δοκιμασιών. Μεταφυσική είναι η έννοια που καλύπτει όλα όσα δεν μπορεί να παρατηρήσει το ανθρώπινο μάτι και δεν μπορεί να ακούσει το ανθρώπινο αυτί. Είναι ο απεριόριστος χώρος που βρίσκεται πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη, περιέχει δε όσα μεσολαβούν ανάμεσα στον άνθρωπο και στην πηγή που τον δημιούργησε.

Οι αρχαίοι Έλληνες Σοφοί στην πολλαπλότητα και μεταβλητότητα των φαινομένων αναζητούσαν το Εν, την θεία Ουσία του Κόσμου, το Όντως Ον (Παρμενίδης), τον Νου (Αναξαγόρας), το Αγαθόν (Πλάτων), το Αείζωον Πυρ και τον Λόγο (Ηράκλειτος). Σύμφωνα με τον Σπεύσιππο "το μη υλικό γίνεται αισθητό μέσω της επιστημονικής σκέψης, ενώ το υλικό μέσω της επιστημονικής αντίληψης.". 


Αναρτήθηκε από: http://omadaeellinon.blogspot.com/2011/04/blog-post_6909.html

Ο "Ελληνοέλληνας" Δημήτρης Λιαντίνης




Όλα καλά και περίκαλα τά 'χουμε με την πατρίδα. Με το έθνος, την ιστορία μας, και τους «αρχαίους ημών πρόγονοι». Μόνο που ξεχάσαμε ένα. Πως εμείς οι νέοι με τους αρχαίους έλληνες έχουμε τόσα κοινά, όσα ο χασαποσφαγέας με τις κορδέλες, και η μοδίστρα με τα κριάρια. Κι από την άλλη φουσκώνουμε και κορδώνουμε, και ταρτουφίζουμε για «τσι γενναίοι προγονοί» σαν τι;

Όπως εκείνος ο τράγος του Σικελιανού- που εσήκωνε το απανω χείλι του, εβέλαζε μαρκαλιστικά, και οσφραινότανε όλο το δείλι την αρμύρα στη θάλασσα της Κινέττας. Αλλίμονο. Η δάφνη κατεμαράνθη. Έτσι δεν εψιθύριζε ο Σολωμός στο Διάλογο κλαίγοντας; Η δάφνη κατεμαράνθη... Όταν είσαι μέσα στο μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο νά 'χεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα.
Αρχές του 1993 έγινε μια εκδήλωση στο Παρίσι από έλληνες καλλιτέχνες για την ασβολερή Κύπρο. Εκείνο το θαλασσοφίλητο νησί. Εκεί, ένας δημοσιογράφος ερώτησε τρεις τέσσερες έγκριτους έλληνες που ζουν μόνιμα στη Γαλλία μια ερώτηση καίρια: "Για ειπέτε μου, τους είπε, εσείς που όντας μακρυά από την Ελλάδα βλέπετε με άλλο μάτι, το αληθινό του νοσταλγού και του πάσχοντα. Με το μάτι του Οδυσσέα. Τι γνώμη έχει το παγκόσμιο κοινό για τη σύγχρονη Ελλάδα; Τη βλέπει τάχατες και τη νομίζει όπως εμείς εκεί κάτου στο Κακοσάλεσι και την Αθήνα;"
Η απόκριση που του δώσανε και οι τέσσερες ξαναζωντάνεψε, τίμιε αναγνώστη, τις σπαθιές που δίνανε οι ντελήδες του Κιουταχή στη μάχη του Ανάλατου. Όταν πια είχε πέσει ο τρανός Καραϊσκάκης.: "Ποια Ελλάδα, μακάριε άνθρωπε", του είπανε. "Μιλάς για ίσκιους στη συννεφιά. Και για σύννεφα στην αιθρία. Για τον έξω κόσμο Ελλάδα δεν υπάρχει. Κανείς δε την ξέρει, κανείς δεν τη μελετάει, κανείς δεν τη συλλογάται. Δεν άκουσες το παλιό μοιρολόι;

"Κλάψε με, μάνα, κλάψε με, Και πεθαμένο γράψε με"...
Άκουσε λοιπόν, και μάθε το. Και κει που θα γυρίσεις, να το ειπείς και να το μολογήσεις. Η Ελλάδα είναι σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Αν στείλει κάποτε στους ξένους κανένα παράπονο ή κανένα παρακαλετό, το συζητούν πέντε δέκα άνθρωποι της διπλωματίας σε κάποιο γραφείο, και παίρνουνε την απόφαση, όπως εμείς παραγγέλνουμε καφέ στο καφενείο και στα μπιλιάρδα."
Αυτή είναι η εικόνα που έχουνε οι ξένοι για την Ελλάδα. Κι ο σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έτσι δεν είπε ο πασάς της Σκόντρας, όταν ακούστηκε ότι οι ραγιάδες σηκωθήκανε στο Μοριά; Τώρα γυρίστηκε η τάξη. Σουλτάνος είναι ο έλληνας πολιτικός.
Λάβε τη σύγχρονη Ελλάδα σαν ποσότητα και σαν ποιότητα, για να μιλήσουμε με «κατηγορίες». Κι έλα να μας περιγράφεις τι βλέπεις. Σαν ποσότητα πρώτα. Αν αντικρύσουμε τον πληθυσμό της γης σε κλίμακα μικρογραφική ένα προς πέντε εκατομμύρια, 1: 5 χ ΙΟ6, θα βρούμε πως ο πληθυσμός του πλανήτη μας είναι ένα χωριό από χίλιους κατοίκους. Ανάμεσα σ' αυτούς τους χίλιους οι έλληνες είμαστε δύο άνθρωποι, που τρεκλοπατάμε και αρκουδίζουμε μέσα στο πλήθος. Ζαλισμένοι και φουκαράδες ξετρέχουνε να συναντηθούν μεταξύ τους. Αν τα καταφέρουν να μη σκυλοφαγωθούν, ζητούν να συνεννοηθούν με τους άλλους. Σε μια γλώσσα που δε μιλιέται, και σε μια γραφή που δε διαβάζεται. Λίγο μουστάκι, λίγο πρικοιόύλι, χρώμα τέτζερη αγάνωτου, ζουνάρι, βέλεσι, φούντα, κι αμάν αμάν. Σερβιτόροι και αγωγιάτες όλοι μας. Και κακοί σαράφηδες του μάρμαρου, του ήλιου, και της θάλασσας.
Σαν ποιότητα ύστερα. Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μια ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πώς και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της. Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί για τη νέα δεν έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντι της εμάς τους νεοέλληνες, φέρνουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί νά 'χουν, συλλογιούνται, ετούτοι οι φελλάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους;
Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διάφορων Φαλμε-ράυερ έχουν περάσει στους φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάχτυλο. Και βέβαια. Πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που έλεγε, -ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά;

Σχέση με τους αρχαίους έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι γάλλοι, οι εγγλέζοι και οι γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε. Για τους ευρωπαίους οι νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκο-λογιά και αράπηδες. Είμαστε οι "ορτοντόξ"...
Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στους τοίχους των εκκλησιών. Οι ευρωπαίοι βλέπουνε τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στη Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάνε ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους. Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς. «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.
Θέλεις νά 'χεις πιστή την εικόνα του νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι Μακαρίου Β' της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράχτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της τούρκισσας, και έχεις το νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο. Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα, φέρε την εικόνα του αρχαίου έλληνα, για να μετρήσεις τη διαφορά.
Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων, τις ευσταλείς και τις διακριτές. Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς, καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς, και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη. Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά, αρμοσμένα στις δυνατές φτέρνες.
Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας. Οι κοντυλογραμμένες, με τις λεπτές ζώνες, τον κυανό κεφαλόδεσμο, και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού. Οι ελληνίδες του Αργούς και της Ιωνίας, οι λινές και οι φαινομηρίδες. Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάντη. Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου.
Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη, σ' ένα λιτό κιονόκρανο, σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς. Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς, αναπαμένους στο φως και στην αιθρία. Άνθρωποι, και θεοί, και αγάλματα ένα.
Όλα ετούτα, για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα, να τα βάλεις και να τα παραβάλεις. Και στήσε τον Φράγκο από δίπλα, να τα κοιτάει και να τα αποτιμά. Με το δίκιο του θά 'χει να σου ειπεί: "άλλο πράμα η μέρα και το φως, και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι". Δε γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.
Και κάπου θα αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους:

- Ακούς αναίδεια; Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα. Ποιοι μωρέ; Οι χριστιανοχομεΐνηδες;
Αλλά είναι καιρός από τις ασκήσεις επί χάρτου να περάσουμε στα πεδία των επιχειρήσεων. Να κοιτάξουμε την πυρκαγιά που αποτεφρώνει το σπιτάκι μας. Γιατί είμαστε σβησμένοι από τον κατάλογο των εθνών; Γιατί η Μακεδονία γίνεται Σκόπια, η Κύπρος γίνεται τουρκιά, το Αιγαίο διεκδικιέται ως το mare nostrum των Οθωμανών; Γιατί ο πρόεδρος της Τουρκίας είπε πρόσφατα στην Αθήνα, ότι είμαστε μια επαρχία του παλιού οθωμανικού κράτους, που αποσχίσθηκε και πρέπει να μας ξανα-προσαρτήσουν; Γιατί ο Μπερίσα της Αλβανίας έχει να λέει πως οι έλληνες κάνουν διπλωματία που έρχεται από το Μεσαίωνα και τους παπάδες; Γιατί ο Αλέξανδρος βαφτίζεται Ισκεντέρ, και ο Όμηρος Ομέρ Βρυώνης; Γιατί οι διακόσιες χιλιάδες έλληνες της Πόλης γίνανε χίλιοι, και οι τούρκοι της Δυτικής Θράκης θρασομανούν, και γίνουνται όγκος κακοήθης που ετοιμάζει μεταστάσεις;
Γιατί δύο από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας, ο μέτριος Σεφέρης κι ο μεγάλος Καβάφης, καταγράφουνται στις διεθνείς ανθολογίες και τους ποιητικούς καταλόγους μισό έλληνες μισό τούρκοι; Γιατί όλα τα αυτονόητα εθνικά μας δίκαια ευρωπαίοι και αλβανοί, βούλγαροι και εβραίοι, ορθόδοξοι και ρούσοι, τούρκοι και βουσμανοαμερικανοί τα βλέπουν σαν ανόητες και μίζερες προκλήσεις, σαν υλακές και κλεφτοεπαιτείες; Ποια τύφλωση μας φέρνει να μη βλέπουμε ότι στα μάτια των ξένων εκαταντήσαμε πάλι οι παλαιοί εκείνοι γραικολιγούρηδες; Οι esurientes graeculi του Γιουβενάλη και του Κικέρωνα;
Το πράγμα έχει και περιγραφή και ερμηνεία. Μέσα στη χώρα, μέσα στην παιδεία δηλαδή και την παράδοση μας, εμείς περνάμε τους εαυτούς μας λιοντάρια, εκεί που οι έξω από τη χώρα μας βλέπουνε ποντίκια. Θαρρούμε πως είμαστε τα παιδόγγονα του Αριστοτέλη και του Αλέξανδρου. Οι ξένοι όμως σε μας βλέπουνε τις μούμιες που βρεθήκανε σε κάποια ασήμαντα Μασταβά. Γιατί; Τα διότι είναι πολλά. Όλα όμως συρρέουν σε μια κοίτη. Σε μια απλή εξίσωση με δύο όρους και ένα ίσον. Είναι ότι: νεοέλληνες ίσον ελληνοεβραίοι.
Αν εφαρμόσουμε αυτή την εξίσωση στα πράγματα, θα μας δώσει δύο γινόμενα. Το πρώτο είναι ότι ζούμε σε εθνική πόλωση. Το δεύτερο, ακολουθία του πρώτου, ότι ζούμε χωρίς εθνική ταυτότητα. Ότι οι νεοέλληνες είμαστε ελληνοεβραίοι σημαίνει το εξής: ενώ λέμε και φωνάζουμε και κηρύχνουμε ότι είμαστε έλληνες, στην ουσία κινιόμαστε και υπάρχουμε και μιλάμε σα να είμαστε εβραίοι. Αυτή είναι η αντίφαση. Είναι η σύγκρουση και η αντινομία που παράγει την πόλωση. Και η πόλωση στην πράξη γίνεται απώλεια της εθνικής ταυτότητας. Και το τελευταίο τούτο σημαίνει πολλά. Στην πιο απλή διατύπωση, σημαίνει νά 'σαι τουρκόγυφτας, και να ζητάς να σε βλέπουν οι άλλοι πρίγκιπα. Σημαίνει νά 'σαι η μούμια των Μασταβά, και να ζητάς από τους ευρωπαίους να σε βλέπουν ιδιοκτήτη της Ακρόπολης. Σημαίνει να σε θωρείς λιοντάρι, και οι ξένοι να σε λογαριάζουνε πόντικα. Απώλεια της εθνικής ταυτότητας είναι να σε βλέπουν οι άλλοι αρκουδόρεμα, και συ να τους φωνάζεις πως ντε και καλά είσαι η Ολυμπία. Και ύστερα να τους ζητάς Ολυμπιακούς αγώνες στην καλογρέζα. Χλευαστικό του καλογριά.
Είναι μεγάλη ιστορία να πιαστώ να σε πείσω, ότι οι νεοέλληνες από τους αρχαίους έχουμε μόνο το τομάρι που κρέμεται στο τσιγκέλι του σφαγέα, θέλει κότσια το πράμα. Θέλει καιρό και κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, και σκάψιμο βαθύ. Και κυρίως αυτό: θέλει το μεγάλο πόνο.
Θα σε καλέσω όμως σ' έναν απλό περίπατο. Θα κάνουμε ένα πείραμα, που λένε οι φυσικοί. Για νά 'χουμε αποτέλεσμα έμπεδο. Και η γνώση που θα κερδίσουμε νά 'ναι σίγουρη. Θα επιχειρήσουμε μια στατιστική έρευνα. Θα διατρέξουμε τη χώρα απ' άκρη σ' άκρη. Θα ρωτήσουμε νεοέλληνες απ' όλες τις τάξεις και όλα τα επίπεδα. Γυναίκες και άντρες, γερόντους και παιδιά, αγράμματους και επιστήμονες, φτωχούς και πλούσιους να μας ειπούν τι γνωρίζουν για την αρχαία Ελλάδα. Ζητούμε μια γνώση σοβαρή και υποψιασμένη. Όχι φολκλόρ και γραφικότητες. Όχι δηλαδή ο Ηρακλής μωρό έπνιξε τα φίδια· ότι ο Αρχιμήδης εχάραζε κύκλους στην άμμο- ούτε τάν ή επί τάς, μέτρον άριστον και τον Μινώταυρος στην Κρήτη. Αλλα να μας ειπούνε, δηλαδή, αν έχουνε ακουστά τα ονόματα Εμπεδοκλής, Αναξίμανδρος, Αριστόξενος ο Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Αγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ο Ρηγίνος, Πυθέας.
Να μας ειπούνε, πόσοι φιλόλογοι, έξω από τα σχολικά κολυβογράμματα, έχουν διαβάσει στο πρωτότυπο τρεις διάλογους του Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους του Πινδάρου, την Ωδή στην αρετή του Αριστοτέλη, έναν Ομηρικό Ύμνο. Να μας πουν αν ξέρουν ότι στη διάλεξη του για την αρετή ο Πλάτων έκαμε στους ακροατές του ένα μάθημα γεωμετρίας, ότι η Ακρόπολη των Αθηνών είναι δωρικό, και όχι ιωνικό καλλιτέχνημα, ότι η διδασκαλία τραγωδίας στο θέατρο ήταν κήρυγμα από άμβωνος, ότι η θρησκεία των ελλήνων ήταν αισθητική προσέγγιση των φυσικών φαινομένων.
Δε νομίζω, αναγνώστη μου, ότι σε όλα αυτά τα επίπεδα η έρευνα μας θα δώσει ποσοστά γνώσης και κατοχής σε βάθος του κλασικού κόσμου από τους νεοέλληνες που να υπερβαίνουν τους δύο στους χίλιους.

Τι φωνάζουμε τότε, και φουσκώνουμε, και χτυπάμε το κούτελο στο μάρμαρο ότι είμαστε έλληνες; Για το θεό δηλαδή. Παράκρουση και παραφροσύνη...
Θα μου ειπείτε:

- Μήπως και οι ευρωπαίοι γνωρίζουν σε τέτοιο βάθος την αρχαία Ελλάδα;
Θα σας ειπώ:

-Όχι. Αλλά οι ευρωπαίοι δεν καυχιούνται ότι είναι έλληνες, όπως εμείς. Καυχιούνται ότι είναι γάλλοι, και ιταλοί, και βέλγοι.
Γιατί αυτό είναι στην ουσία της η αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι τα πασουμάκια του Ηρακλή στο παλάτι της Ομφάλης. Ούτε ο Οδυσσέας με το παλούκι του στη σπηλιά του Κύκλωπα. Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική αϊδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του OHE σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο, που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο είναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού. Κοίτα πρόχειρα το εξώφυλλο της "Γκέμμας".
Όχι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι έλληνες, ονομάζουνται έλληνες. Η έρευνα μας έδειξε ότι μόνο έλληνες δεν είναι. Γιατί τους έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν.
Από το Ελληνικό ερχόμαστε στό Εβραίικο. Ερωτάμε το ίδιο στατιστικό δείγμα, το ευρύ και το πλήρες, αν έχουν ακουστά τα ονόματα Μωϋσής, Αβραάμ, Ησαΐας, Ηλίας με το άρμα, Νώε, Βαφτιστής, Εύα η πρωτόπλαστη, Ιώβ, ο Δαναήλ στο λάκκο, η Σάρα που γέννησε με εξωσωματική. Και όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τις πράξεις ή τις αξίες που εκφράζουν αυτά τα ονόματα.
Υπάρχει γριά στην επικράτεια που να μην τους ξεύρει τούτους τους εβραίους; Δεν υπάρχει ούτε γριά, ούτε ορνιθοκλόπος στις Σποράδες, ούτε κλεφτογιδάς στην Κρήτη. Εδώ τα ποσοστά αντιστρέφουνται. Στους χίλιους νεοέλληνες τα ναι γίνουνται ενιακόσια τόσα, και τα όχι δύο. Και δεν ξεύρουν μόνο τα ονόματα, αλλά είναι έτοιμοι να σου κάνουν αναλύσεις στην ουνιβερσιτά και στην ακαντέμια για τις ηθικές και άλλες αξίες που εκφράζει το κάθε όνομα.
Μ' ένα λόγο, ο μέγας και ο βαθύς εβραίικος πολιτισμός -δεν ειρωνεύομαι, κυριολεκτώ- μέσα από τη χριστιανική του μετάλλαξη, κι αυτή πια δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε βαθιά, πέρασε ως το μυελό των οστών και στη διπλή σπείρα του DNA όλων των νεοελλήνων. Ένα μόνο δε γνωρίζουν. Ότι ο σπουδαίος αυτός πολιτισμός είναι εντελώς αντίθετος με τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας. Το αρνί και ο λύκος. Ο πάμφωτος ναός της Αφαίας στην Αίγινα, και το μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες, γιατί 'ναι μαγαρισμένες, λέει.
Έλληνες θα ειπεί δύο και δύο τέσσερα στη γη. Όχι δύο και δύο είκοσι δύο στον ουρανό.

Έλληνες θα ειπεί να τελείς στους νεκρούς τις χοές της Ηλέκτρας. Όχι κεριά στους νεκρόλακκους, και δηνάρια στο σακούλι του τουρκόπαπα.

Έλληνες θα ειπεί να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το "γνώθι σαντόν". Όχι να κάνεις την εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες.

Έλληνες θα ειπεί να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμεικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο: "στάθί και οϊκτιρον". Σταμάτα, και δάκρυσε· γιατί δε ζω πιά. Κι όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήματα: προσδοκώ ανάσταση νεκρών.

Έλληνες θα ειπεί το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Κι όχι το πρωί να κάνεις μετάνοιες στα τούβλα. Το μεσημέρι να γίνεσαι φοροφυγάς στο κράτος και επίτροπος στην ενορία σου. Και το βράδυ να κρύβεσαι στην κώχη του φόβου σου, και να ολολύζεις σα βερέμης.
Ακόμη κι ο Ελύτης, καθώς εγέρασε, τό 'ριξε στους αγγέλους και στα σουδάρια. Τι απογοήτεψη...
Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη και τη θάλασσα. Και σαν πεθάνεις, να μαζεύουνται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί, και να σε τραγουδάνε:

Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να βγουν από τον Άδη,

Ένας το Μάη θέλει να βγει κι άλλος τον Αλωνάρη,

Κι ο Δήμος τ' αγια-Δημητριού ν' ανοίξει γιοματάρι.


Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν.

Κόρη, βροντούν τ' ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου,

και τα χρυσά γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος.

Δημήτρης Λιαντίνης

(Αποσπάσματα απο το βιβλίο του "ΓΚΕΜΜΑ")


ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ!!!

ΠΕΡΙΕΓΗΘΕΙΤΕ ΣΤΟ BLOG ~)Ι(~ ΕΛ-ΛΗΝΩΝ ΔΙΚΑΙΟΝ ~)Ι(~ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΣΧΟΛΕΙΤΕ ΜΕ ΟΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΔΙΕΘΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. ΒΡΕΙΤΕ ΟΤΙ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΘΕΙΤΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Αναγνώστες